Τετάρτη, 22 Ιανουαρίου 2014

Ο θάνατος δεν συνηθίζεται ποτέ

Αυτός ο αποχαιρετισμός ήταν αλλιώς...
Σάββατο πρωί.
Γιατί;
Το ίδιο ερώτημα ξανά και ξανά από τους οικείους. Γιατί εκείνος...Γιατί τώρα...Γιατί έτσι...
Το να φεύγει ο γονιός, ο παππούς πονάει...
Το να φεύγει ένας νέος άνθρωπος είναι παραφύσει.

Αυτός ο αποχαιρετισμός ήταν αλλιώς...

http://www.youtube.com/watch?v=VWoUcB7y4hw

Ήρθα από την Αθήνα αυθημερόν μόνο για αυτό και έφυγα μετά πάλι για πίσω.
Στο αεροπλάνο σκεφτόμουν, σκεφτόμουν σκεφτόμουν τα παιχνίδια της "μοίρας".
Με έπιασε ένας φόβος. αν τώρα πέσει το αεροπλάνο και δεν τους ξαναδώ; Τα μωρά μου, τα μωράκια μου πως θα μεγαλώσουν χωρίς μανούλα; Ένιωσα έναν οξύ πόνο στο στομάχι. Ήταν εκεί. Ο φόβος του θανάτου ήταν εκεί. Ήρθε πάλι όπως κάθε φορά σε τέτοιες περιστάσεις να μου θυμίσει το νόημα της ζωής.

Ευτυχώς έχουν καλό μπαμπά. Ανακούφιση. Το αγόρι μου δεν θα το ξαναδώ ποτέ; Και τον μάλωσα φεύγοντας ότι καθυστερούσε και θα χάναμε το αεροπλάνο που έτρεχα να προλάβω χωρίς εισιτήριο. Με πόσα ασήμαντα μικρά καθημερινά πραγματάκια χαλάμε τις καρδιές μας, σκέφτηκα. Πόση ανούσια φθορά, πόση μικρότητα, πόσο χάσιμο στιγμών.
Δεν μπορεί να τελειώσει έτσι.
 Έχω πράγματα ακόμα να ζήσω. Έχω όνειρα. Έχω...δουλειές στη μέση...
Λες και οι άλλοι δεν είχαν...

Γέλασα...τι γελοία επιχειρήματα απέναντι στον θάνατο.
Γέλασα και μου έφυγε ένα δάκρυ...Κοίταξα έξω. Σύννεφα και εμείς πετούσαμε από επάνω. Είναι πάντα το ίδιο μαγικό αυτό το αίσθημα ελευθερίας. Μου προκαλεί δέος.

Το ξαφνικό αναπάντεχο αντίο πονάει πάντα περισσότερο. Πήγαινα να αποχαιρετίσω έναν ακόμα νέο άνθρωπο που έφυγε ξαφνικά.
Σκεφτόμουν πως στον γάμο μας ήταν εκεί και χόρευε, στην βάφτιση μας ευχήθηκε, πάντα από καρδιάς, και τώρα έτσι ξαφνικά...έφυγε...

Η μουσική ήταν γαληνευτική, υπέροχη και κάπως έπαιρνε τον πόνο. Συννεφιά, απόλυτη σιωπή. Δεν ακουγόταν τίποτα την στιγμή της τελευταίας εικόνας. Ομίχλη και μουσική.
 Σκέψεις, σκέψεις είχαν γεμίσει την ατμόσφαιρα όμως έγινε μια ησυχία πρωτόγνωρη την στιγμή του αποχωρισμού για να ακούγεται η μουσική. Ήταν άλλωστε σπουδαίος μουσικός.
Σιωπή, μουσική και σκέψεις. Στιγμή πολύ προσωπική για τον καθένα. Μια παράξενη γαλήνη με κυρίευσε. Ένιωσα ντροπή για αυτήν την γαλήνη και μετά σκέφτηκα ότι θα είναι η δύναμη του Φ. που αποχαιρετάμε. Ήταν τόσο καλή καρδιά.
Η μαμά μου έλεγε και ξανάλεγε "το καλύτερο παιδί, το καλύτερο παιδί", λες και έχει σημασία.
Ο καθένας βιώνει τον δικό του προσωπικό πόνο την στιγμή του αποχαιρετισμού. Κλαίει τις δικές του αναμνήσεις και εικόνες, αντιμετωπίζει τους δικούς του φόβους και κυρίως εκείνον. Τον φόβο του θανάτου.

Η ανιψιά του έβγαζε φωτογραφίες. Τι υπέροχη σκέψη σκέφτηκα. Τι θαρραλέα κίνηση έκφρασης πόνου. Το ρίσκο και δύναμη να θέλεις να κρατήσεις τόσο ζωντανές αυτές τις εικόνες στον χρόνο. Πόσο κόντρα πήγε στα "καθώς πρέπει". Την θαύμασα.

Ξάφνου είδα δίπλα μου την γυναίκα που πάντα βλέπω στις κηδείες. Ξαφνιάστηκα. Δεν είναι δυνατόν. Με χαιρέτισε με το βλέμμα της όπως πάντα και χαμογέλασε. Ήταν πάλι εκεί αγέρωχη... ανατρίχιασα.

Μου θύμισε ανθρώπους που χάθηκαν κυρίως από ουσίες. Νέοι, ακόμα πιο νέοι. Άρχισα να λέω μέσα μου τα ονόματά τους, ένα ένα. Τα θυμάμαι. Δεν ξέχασα κανένα όνομα. Δεν ξέχασα κανένα χαμόγελο. Δεν ξέχασα καμία ζωή χαμένη. Ο Άκης, η Ελένη, ο Γιάννης, ο Χρήστος, ο Κυριάκος, ο Πλάτωνας.....η λίστα μακρυά.

Ο πόνος αυτός δεν συνηθίζεται, η θλίψη, ο θυμός.
 Η γυναίκα αυτή ήταν πάντα εκεί σε όλους όπως και τώρα. Αγέρωχη.

Θυμήθηκα την γιαγιάκα μου.
Κάθε φορά έρχεται η εικόνα της σε τέτοιες στιγμές. Η τελευταία της μέρα. Η μέρα που έφτιαξε τον χιονάνθρωπο έξω στην αυλή, στο χιόνι. Η μέρα του αποχωρισμού που ερχόντουσαν τα παιδιά της γειτονιάς για το τελευταίο αντίο. Τι συγκινητικό. Τόσα μικρά άγνωστα για εμάς παιδάκια που ερχόταν να αποχαιρετίσουν την "γιαγιά".
Η γιαγιά ήταν όλων των παιδιών της γειτονιά και δεν το ήξερα. Ένιωθα τόσο μα τόσο περήφανη για αυτό που έμαθα την τελευταία μέρα που την έβλεπα.

Θυμήθηκα τον μπαμπά μου. Δεν θα ξεχάσω ποτέ την στιγμή που μπαίναμε στην εκκλησία. Μια γυναίκα μπροστά μας με γούνα. Η Α. καθώς προχωρούσε θλιμμένη και σοβαρή.
Ήταν βλέπεις και εκείνος πολύ νέος, μόλις 45 χρονών.
Της πέφτει η φούστα. Δεν το πίστευα, ήταν τόσο αστείο! Αυτό το γέλιο ήταν δώρο και το άρπαξα. Μπήκα μέσα γελώντας

Η κηδεία τελείωσε. "Τι γρήγορα που τελείωσε" είπα. Μα είμαστε εδώ μία ώρα, είπε κάποιος. Δεν το κατάλαβα.

Ένας καφές μετά με αγαπημένα πρόσωπα στην γοητευτική συννεφιά της Θεσσαλονίκης και αεροδρόμιο.
Τα μωρά μου με περιμένουν, ο Δημήτρης αξίζει μια μεγάλη αγκαλιά και ο φίλος μας ο Θ. μας περιμένει. Θα τους βρω κατευθείαν στο σπίτι τους στην γιορτή του.
Τι αντίφαση, σκέφτηκα. Την θλίψη και τον πόνο τα κουβαλάμε μαζί μας δεν φεύγουν, δεν εξαφανίζονται το ξέρω.
Έφτασα και τους αγκάλιασα με δάκρυα στα μάτια λες και είχα να τους δω χρόνια.

"Δεν θέλω να σας χάσω, είπα, να μην μου πάθετε τίποτα ποτέ!"
Ο Δ. με αγκάλιασε και μου είπε "ναι και εγώ το σκέφτηκα τώρα που έλειπες...δεν θα πάθω τίποτα ποτέ το υπόσχομαι..."
Πόσο ψέματα λέγαμε... Ξέρω πως κάποτε θα χωριστούμε όμως δεν είμαι έτοιμη να το αποδεχτώ. Το έχω ανάγκη αυτό το γλυκό ψέμα ζωής.

Προσπάθησα να τους μιλήσω για την κηδεία. Για εκείνη την μαγική στιγμή της γαλήνης και της μουσικής.
Γελάσαμε πολύ το ομολογώ.
Με κορόιδεψαν "του κάναμε όμως μια ωραία κηδεία!!"
Βλέπεις είχαν και εκείνοι μια απώλεια πρόσφατα και αυτό το μαύρο γέλιο το είχαμε όλοι ανάγκη.


Τρίτη, 14 Ιανουαρίου 2014

Ήταν όλοι εκεί.

Και να πως πέρασε ο καιρός...


Σε λίγες μέρες επιστρέφω στην δουλειά.
Τελευταίο ταξίδι στην Θεσσαλονίκη και ...καλύτερο. Σε λίγο οι δεσμεύσεις και οι υποχρεώσεις μου στην Αθήνα θα είναι περισσότερες. Σπάει και ο τελευταίος δεσμός.
Τα παιδιά μου δεν έχουν ζήσει στην Θεσσαλονίκη. Δεν είναι η πόλη τους, δεν έχουν σπίτι εκεί. Οι άνθρωποι μου δεν τα ζούνε να μεγαλώνουν καθημερινά, δεν τα ξέρουν, δεν θα τα αγαπάνε σκεφτόμουν, όπως αγάπησα εγώ τα δικά τους παιδιά. Η σκέψη αυτή με στεναχωρούσε πολύ.
Πόσο λάθος έκανα. Ευτυχώς πόσο λάθος έκανα. Ήταν όλα όπως πρώτα.
 Η Αλίκη θυμόταν τους πάντες και αυτό μίκραινε πολύ τους δικούς μου φόβους. Τα παιδιά των φίλων τα αγκάλιασαν και οι στιγμές ήταν συγκινητικές. Τα παιδιά ξέρουν...για άλλη μια φορά μου έδωσαν ένα μάθημα. Πόσα μαθαίνεις από αυτά τα παιδικά κεφαλάκια.
Πόσο με πληγώνει η σκέψη πως η δική μου Θεσσαλονίκη κάποτε θα τους είναι τελείως ξένη.
Η δική μου Θεσσαλονίκη.
Η δική μου πόλη αυτή την φορά ήταν ομορφότερη από ποτέ. Μαζί με τα μωρά ήμασταν όλη μέρα έξω. Προξένου Κορομηλά, Αγίας Σοφίας, παραλία, Αριστοτέλους, Παύλου Μελά, Δημητρίου Γούναρη.
Αγαπημένο κέντρο.
Βόλτες, καφεδάκι, καρουζέλ, φίλοι, ταβέρνες, χορός, σπίτια Χριστουγεννιάτικα στολισμένα, αγαπημένα πρόσωπα, κουβέντες, γέλια, αγκαλιές, ένα νεύμα από μακρυά με λαχτάρα, παιχνίδι, παραλία. Αυτή η παραλία που κάθε μέρα περπατούσα χειμώνα καλοκαίρι. Θάλασσα. Θεσσαλονίκη μου.
Είχα τρία χρόνια σχεδόν να απολαύσω καφεδάκι στο κέντρο της πόλης χαλαρά χωρίς μια τεράστια κοιλιά να προεξέχει, χωρίς θηλασμό.
Τα καφεδάκια στο κέντρο που τόσο λάτρευα και εύκολα μπορούσα...

Ήρθε και ο άγιος Βασίλης, ξέρω ξέρω παντού πηγαίνει αλλά στην Θεσσαλονίκη ήταν αλλιώς. Έφερε την κούνια και την μπάλα που ζήτησε η Αλίκη για τον εαυτό της και το αδελφάκι της.

Η Θεσσαλονίκη μιλούσε στολισμένη.
 Έφυγα γρήγορα και δεν είχα προλάβει να την αποχαιρετίσω όπως της αξίζει, όπως ήθελα. Ούτε εκείνη ούτε και τους ανθρώπους της. Έφυγα σταδιακά και διατηρώντας την ψευδαίσθηση πως ίσως κάτι αλλάξει, ίσως να είναι για λίγο και να ξαναγυρίσω, ίσως... Έφυγα με την θέλησή μου αλλά δεν ήταν εύκολη απόφαση. Δύσκολος ο αποχαιρετισμός. Πάντα δύσκολο το αντίο.

Νομίζω πως έφυγα τώρα.Αυτή την φορά. Τώρα μπορώ να πάω παντού. Είμαι έτοιμη.

Τώρα κατάφερα να κάνω βόλτα χωρίς έναν κόμπο στο στήθος. Χωρίς να κλάψω μόλις αντικρίζω αγαπημένα πρόσωπα. Χωρίς πόνο που δεν είμαι εδώ.
Ένιωθα μια τεράστια απόλαυση. Χαρά και συγκίνηση. Μια λαχτάρα, λες και την έβλεπα για πρώτη φορά.
Θεσσαλονίκη μου, άτιμη πόλη, σε μαγεύει.

 Ένιωθα πλέον ασφάλεια. Οι άνθρωποι μου είναι ακόμα εκεί. Ανακούφιση.
Ο φόβος έχει φύγει. Ο κρυφός φόβος που είχα πως όταν φύγω κάποιοι θα χαθούν στα 500χλμ.
 Ήξερα πως δεν είναι έτσι όμως το συναίσθημα υπήρχε, το άκουγα κρυφά.
Τους ανθρώπους που αγαπάς να τους φροντίζεις. Δεν χάνονται. Είναι εκεί και σε περιμένουν, αν λιγάκι χαθείς εσύ και μπερδευτείς σε περιμένουν και κοιτάζουν πίσω να δουν αν έρχεσαι.

Ήταν όλοι εκεί.
Ακόμα και αυτοί που έλειπαν λόγω των ημερών, ήταν εκεί.
Δώρο υπέροχο από τον δικό μου άγιο Βασίλη.
Άνθρωποι που είδα για ώρες πολλές και τους ευχαριστήθηκα, άνθρωποι που είδα για ένα λεπτό γιατί έτσι το έφεραν οι συνθήκες. Ένα λεπτό αληθινό, ίσως όχι αρκετό αλλά δυνατό.

Ήταν όλοι εκεί.

Αντίο Θεσσαλονίκη μου...













 










Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Σας παρακολουθώ...

who is watching now?